Από το παλιό συρτάρι

Αυτό το συρτάρι δεν ήθελα ποτέ να το ανοίξω.
Απέφευγα ακόμα και να το κοιτάξω, έβρισκα πάντα μια δικαιολογία για να στρέψω την προσοχή μου αλλού. Μόνο που αυτό το "αλλού" με κυνηγούσε σαν το φάντασμα του παρελθόντος, που περιμένει να πέσει η νύχτα για να τρίξει το πάτωμα, να δηλώσει τη παρουσία του, λέγοντάς μου "είμαι εδώ"
Το συρτάρι μοιάζει να περιμένει όμως καρτερικά τη στιγμή που θα φέρει στο φως όλα τα κρυμμένα, τα περασμένα χρόνια, αυτά που πονάνε μερικές στιγμές στη θύμησή τους, γιατί άφησαν συναισθήματα πίσω τους, τραβώντας μπροστά στα χρόνια που περίμεναν να έρθουν.
Στιγμές που έκλεισαν τις παρουσίες των ανθρώπων, έκλεισαν μνήμες, χαρές, λύπες. Σφράγισαν τα χείλη πολλών, από τα μυστικά της καρδιάς τους. Χάριζαν χαμόγελα από την παρουσία τους, σε οικογενειακές συγκεντρώσεις, σε γιορτές που έσφυζε το σπίτι από φωνές. Τι νόημα έχει άραγε αν οι φωνές αυτές μιλούσαν ακατάπαυστα τότε και σε "ζάλιζαν" όπως θα έλεγες κι εσύ, όπως ίσως και ο καθένας, με τις πολλές κουβέντες; Αν πολλές φορές καυγάδιζαν οι άνθρωποι και μετά τα βρίσκανε χάριν της γιορτής ή της επίσκεψης που έπαιρνε τιμώμενη θέση για εκείνους;
Όλοι ήταν εκεί, αν και με δικαιολογίες ή με δισταγμό, με κατσουφιά πολλές φορές...με ένα ουφ! Πάλι τα ίδια; Όμως μετά καταλάβαιναν πως ήταν όμορφα τελικά. Εκείνα τα στολισμένα τραπέζια που οι άνθρωποι τσούγκριζαν τα ποτήρια τους με ευχές και χαμόγελα, έστω και μια μικρή προσποίηση πως όλα ήταν καλά εκείνες τις στιγμές. Τι να φανερώσουν; τα μικρά προσωπικά τους δράματα; Τις λύπες ή τις απογοητεύσεις τους; Τους χωρισμούς τους ή τα βάσανα που δεν είχαν τέλος όπως έλεγαν με τα διάφορα παράπονα; Κι όμως τόσα χρόνια μετά, αυτά δεν θα είχαν καμία σημασία πια...
Αυτό που είχε σημασία ήταν πως έζησαν αυτές τις εποχές, αυτά τα χρόνια της μοιρασιάς της οικογενειακής θαλπωρής, χρόνια που τότε που τα ζει κάποιος δεν καταλαβαίνει πως είναι προσωρινές οι στιγμές αυτές, σαν τους ανθρώπους, σαν τις σχέσεις και τις ζωές μας.
Κοιτάζω τις φωτογραφίες και σκέφτομαι πως είμαι ευγνώμων που έζησα κι αυτές τις στιγμές, άλλης εποχής, χωρίς κινητό τηλέφωνο, χωρίς αποξένωση από τις απλές συγκεντρώσεις. Αισθάνομαι ευγνώμων πραγματικά γιατί έκανα συντροφιά με ανθρώπους που ήταν δίπλα μου και κοιτούσαν εμένα. Όχι την οθόνη του κινητού τους, τα δήθεν μηνύματα που περίμεναν, τις φευγαλέες ματιές σε αυτή την οθόνη που τελικά, περισσότερο εγκλώβισε το ενδιαφέρον των ανθρώπων παρά τους χρησίμεψε. Άλλη εποχή, βέβαια, η ζωή αλλάζει, σταδιακά μας εξελίσσει σε αυτό που θέλει, εκεί που μας πηγαίνει.
Αλήθεια, που πηγαίνει; Κι αν μας πηγαίνει κάπου, εμείς θα την ακολουθήσουμε;